Μετάφραση του "feint" σε Ελληνικά
Οι προσποίηση, αντιπερισπασμός, προσποιούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "feint" σε Ελληνικά.
feint
adjective
verb
noun
γραμματική
To make a feint, or mock attack. [..]
-
προσποίηση
nounOk, let's hit them with a feint and pray they buy it.
Εντάξει, ας τους χτυπήσουμε με μια προσποίηση και να προσευχηθούμε να το χάψουν.
-
αντιπερισπασμός
noun masculineWe were supposed to be a feint, a ruse, a distraction, but down in those covered trenches of Lone Pine we had won.
Υποτίθεται θα ήμασταν αντιπερισπασμός, ένα τέχνασμα, μια παραπλάνηση αλλά κάτω στα καμουφλαρισμένα ορύγματα του Λον Πάιν, είχαμε νικήσει.
-
προσποιούμαι
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " feint " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη