Μετάφραση του "first-time" σε Ελληνικά

Οι νέος, νεοεισερχόμενος, νεόκοπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "first-time" σε Ελληνικά.

first-time adjective γραμματική

Happening for the first time; doing something for the first time. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νέος

    adj.
  • νεοεισερχόμενος

  • νεόκοπος

  • πρωτόπειρος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " first-time " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "first-time" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "first-time" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη