Μετάφραση του "gridlock" σε Ελληνικά
Οι αδιέξοδο, συνωστισμός, κυκλοφοριακή συμφόρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "gridlock" σε Ελληνικά.
gridlock
verb
noun
γραμματική
A condition of total, interlocking traffic congestion on the streets or highways of a crowded city, in which no one can move because everyone is in someone else's way. [..]
-
αδιέξοδο
noun adjective -
συνωστισμός
-
κυκλοφοριακή συμφόρηση
-
κυκλοφοριακό χάος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " gridlock " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη