Μετάφραση του "imperilment" σε Ελληνικά

Οι έκθεση σε κίνδυνο, διακινδύνευση, διακύβευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imperilment" σε Ελληνικά.

imperilment noun γραμματική

The act of imperiling, or the state of being imperiled. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έκθεση σε κίνδυνο

  • διακινδύνευση

  • διακύβευση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imperilment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "imperilment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • απειλώ · διακινδυνεύω · διακυβεύω · εκθέτω σε κίνδυνο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imperilment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη