Μετάφραση του "impound" σε Ελληνικά
Οι κατάσχω, εγκλείω, μαντρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impound" σε Ελληνικά.
impound
verb
noun
γραμματική
To shut up or place in an inclosure called a pound; [..]
-
κατάσχω
verbTo take possession of by force or authority.
I took up the case when these cigars were impounded.
Ανέλαβα αυτή την υπόθεση όταν τα πούρα κατασχέθηκαν.
-
εγκλείω
verb -
μαντρώνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impound " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη