Μετάφραση του "impoverish" σε Ελληνικά
Οι φτωχαίνω, αποδυναμώνω, φτωχοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impoverish" σε Ελληνικά.
impoverish
verb
γραμματική
(transitive) Make poor. [..]
-
φτωχαίνω
verbintransitive: become poor [..]
-
αποδυναμώνω
verb -
φτωχοποιώ
verb -
εξαντλώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " impoverish " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "impoverish" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άθλιος · ξεπεσμένος · πάμφτωχος · φτωχός
-
ξεπεσμένος ευγενής
-
μείωση (του πληθυσμού) του είδους (των ειδών)
-
ενδημική φτώχεια · εξάντληση · εξαθλίωση · μαρασμός · οικονομική εξαθλίωση · φτωχοποίηση · φτώχεια · φτώχεμα
-
άθλιος · ξεπεσμένος · πάμφτωχος · φτωχός
-
ενδημική φτώχεια · εξάντληση · εξαθλίωση · μαρασμός · οικονομική εξαθλίωση · φτωχοποίηση · φτώχεια · φτώχεμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη