Μετάφραση του "imposture" σε Ελληνικά

Οι απάτη, απατεώνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "imposture" σε Ελληνικά.

imposture noun γραμματική

The act or conduct of an impostor; deception practiced under a false or assumed character; fraud or imposition; cheating. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απάτη

    noun feminine

    The Counselor, Jean de Coras impressed by this daring imposture, made a record of it

    Ο σύμβουλος Jean de Coras εντυπωσιάστηκε από αυτή την τολμηρή απάτη και έκανε μια καταγραφή αυτής

  • απατεώνας

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " imposture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "imposture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη