Μετάφραση του "indicted" σε Ελληνικά
Το παραπεμφθείς είναι η μετάφραση του "indicted" σε Ελληνικά.
indicted
verb
Simple past tense and past participle of indict. [..]
-
παραπεμφθείς
There is no way he can be indicted or tried in open court, or any court.
Δεν υπάρχει τρόπος να παραπεμφθεί και να δικαστεί σε οποιοδήποτε δικαστήριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indicted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indicted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαγγέλω κατηγορία σε κπ · ενάγω · καταγγέλλω
-
δριμύ κατηγορώ
-
βαρύ κατηγορητήριο
-
δριμύ κατηγορώ
-
καταγγελία · κατηγορία · κατηγορητήριο · μήνυση · παραπεμπτικό βούλευμα
-
ινδικτιών · ινδικτιώνα
-
καταγγελία · κατηγορία · κατηγορητήριο · μήνυση · παραπεμπτικό βούλευμα
-
ινδικτιών · ινδικτιώνα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη