Μετάφραση του "indictee" σε Ελληνικά
Το κατηγορούμενος είναι η μετάφραση του "indictee" σε Ελληνικά.
indictee
noun
γραμματική
A person who is indicted [..]
-
κατηγορούμενος
noun masculineMany continue to view war crimes indictees as heroes
Πολλοί εξακολουθούν να θεωρούν κατηγορουμένους εγκλημάτων πολέμου ήρωες
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indictee " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη