Μετάφραση του "indiction" σε Ελληνικά
Οι ινδικτιών, ινδικτιώνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "indiction" σε Ελληνικά.
indiction
noun
γραμματική
(historical) A fiscal period of fifteen years, instituted by Constantine in 313 CE (but counting from 1st September 312), used throughout the Middle Ages as a way of dating events, documents etc. [..]
-
ινδικτιών
noun -
ινδικτιώνα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " indiction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "indiction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαγγέλω κατηγορία σε κπ · ενάγω · καταγγέλλω
-
δριμύ κατηγορώ
-
βαρύ κατηγορητήριο
-
δριμύ κατηγορώ
-
παραπεμφθείς
-
καταγγελία · κατηγορία · κατηγορητήριο · μήνυση · παραπεμπτικό βούλευμα
-
καταγγελία · κατηγορία · κατηγορητήριο · μήνυση · παραπεμπτικό βούλευμα
-
παραπεμφθείς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη