Μετάφραση του "insularity" σε Ελληνικά

Οι νησιωτικό, νησιωτικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insularity" σε Ελληνικά.

insularity noun γραμματική

The quality or property of being insular. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νησιωτικό

    This Regulation seeks to remedy the handicaps due to the remote and insular nature of that region.

    Ο παρών κανονισμός έχει ως στόχο την αντιμετώπιση των μειονεκτημάτων που συνδέονται με τη μεγάλη απόσταση και το νησιωτικό χαρακτήρα της εν λόγω περιοχής.

  • νησιωτικότητα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insularity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insularity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • νησιωτική περιοχή των ΗΠΑ
  • κλειστός · νησιωτικός · ξενοφοβικός · στενόμυαλος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insularity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη