Μετάφραση του "insular" σε Ελληνικά

Οι νησιωτικός, ξενοφοβικός, στενόμυαλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insular" σε Ελληνικά.

insular adjective noun γραμματική

Of, pertaining to, being, or resembling an island or islands. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • νησιωτικός

    In certain cases, operators and producers suffer from double insularity.

    Σε ορισμένες περιπτώσεις, συναλλασσόμενοι και παραγωγοί διατελούν σε διπλά νησιωτική κατάσταση.

  • ξενοφοβικός

  • στενόμυαλος

    adjective
  • κλειστός

    adjective

    Το γεγονός που συγκλόνισε την κλειστή κοινωνία της Νέας Μαδύτου... [ΛΚΝ]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Insular

ISO 639-6 entity

+ Προσθήκη

"Insular" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Insular στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "insular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • νησιωτική περιοχή των ΗΠΑ
  • νησιωτικό · νησιωτικότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη