Μετάφραση του "insulate" σε Ελληνικά
Οι απομονώνω, μονώνω, στεγανοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insulate" σε Ελληνικά.
insulate
verb
γραμματική
To separate, detach, or isolate. [..]
-
απομονώνω
verb -
μονώνω
51 In that regard, the applicant does not dispute that the word ‘insulate’ has no meaning other than to insulate.
51 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η προσφεύγουσα δεν αμφισβητεί ότι η λέξη «insulate» σημαίνει απλώς μονώνω.
-
στεγανοποιώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " insulate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Insulate
-
Μονώνω, απομονώνω
Φράσεις παρόμοιες με "insulate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μετάλλου-Μονωτικού-Ημιαγωγού
-
διάσπαση μόνωσης
-
μονωτικό κάλυμμα
-
διπλή μόνωση
-
Μονωμένος με βουλκανισμένο λάστιχο
-
Μονωμένο μαχαίρι ηλεκτρολόγου απογύμνωσης
-
Βασικό επίπεδο μόνωσης
-
FET μονωμένης πύλης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη