Μετάφραση του "insulant" σε Ελληνικά

Οι διηλεκτρικό, μόνωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "insulant" σε Ελληνικά.

insulant noun γραμματική

Any material used to provide insulation [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διηλεκτρικό

    noun

    This subheading includes condenser paper which is an electrical insulating paper used in condensers as a dielectric.

    Η διάκριση αυτή περιλαμβάνει κυρίως το χαρτί για πυκνωτές, το οποίο είναι κακός αγωγός του ηλεκτρισμού και χρησιμοποιείται στους πυκνωτές ως διηλεκτρικό μέσο.

  • μόνωση

    noun feminine

    Vacuum insulated tanks need not have an opening for inspection.

    Δεξαμενές με μόνωση κενού δεν χρειάζεται να έχουν άνοιγμα για επιθεώρηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " insulant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "insulant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "insulant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη