Μετάφραση του "intentionally" σε Ελληνικά

Οι επίτηδες, σκόπιμα, θελημένα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intentionally" σε Ελληνικά.

intentionally adverb γραμματική

In an intentional manner, on purpose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίτηδες

    adverb

    intentional manner, on purpose

    In fact, it appears to have been intentionally isolated from the ship's more sensitive programs.

    Μοιάζει να απομονώθηκε επίτηδες από τα πιο ευαίσθητα προγράμματα του σκάφους.

  • σκόπιμα

    adverb

    Sometimes a hacker leaves a trail intentionally coded to cover their tracks.

    Κάποιες φορές ο χάκερ αφήνει σκόπιμα κωδικοποιημένα ίχνη για κάλυψη.

  • θελημένα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκ προθέσεως
    • με δόλο
    • σκοπίμως
    • εσκεμμένα
    • συνειδητά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intentionally " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intentionally" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intentionally" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη