Μετάφραση του "intently" σε Ελληνικά
intently
adverb
γραμματική
In an intent or focused manner. [..]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intently " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intently" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
έμμονος · αποφασισμένος · αφοσιωμένος · επιδίωξη · κουβέντα · λόγος · προαίρεση · προσηλωμένος · πρόθεση · σκοπός
-
οι στόχοι τού · στο πνεύμα τού
-
εν ψυχρώ · εσκεμμένα
-
εκ προθέσεως · εμπρόθετος · επίτηδες · εσκεμμένος · σκόπιμος
-
το πνεύμα τού νόμου
-
Δόλος · έννοια · βλέψη · επιδίωξη · κουβέντα · λόγος · πρόθεση · σκοπός
-
Συνειδητή κοινότητα
-
εκλογικές προθέσεις
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη