Μετάφραση του "interdependence" σε Ελληνικά
Οι αλληλεξάρτηση, αλληλοεξάρτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interdependence" σε Ελληνικά.
interdependence
noun
γραμματική
the condition of being interdependent [..]
-
αλληλεξάρτηση
Noun femininebeing interdependent
The increasing interdependence between defence industries requires easier transfers.
Η αυξανόμενη αλληλεξάρτηση των αμυντικών βιομηχανιών απαιτεί τη διευκόλυνση των μεταφορών.
-
αλληλοεξάρτηση
NounThe Commission will ensure that the amount takes account of the interdependence of the markets concerned and of the need to avoid distortions of competition.
Η Επιτροπή μεριμνά ώστε στο ποσό αυτό να λαμβάνεται υπόψη η αλληλοεξάρτηση των ενδιαφερομένων αγορών και η ανάγκη να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις ανταγωνισμού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " interdependence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "interdependence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικονομική αλληλεξάρτηση
-
αλληλεξαρτώμενος · αλληλοεξαρτώμενος
-
αλληλεξαρτώμενος · αλληλοεξαρτώμενος
-
αλληλεξαρτώμενος · αλληλοεξαρτώμενος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη