Μετάφραση του "intercourse" σε Ελληνικά

Οι συνουσία, επαφή, επικοινωνία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intercourse" σε Ελληνικά.

intercourse verb noun γραμματική

Communication, conversation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνουσία

    noun feminine
  • επαφή

    noun feminine
  • επικοινωνία

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σεξουαλική επαφή
    • σεξουαλική πράξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intercourse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Intercourse proper

A particular town in the Commonwealth of Pennsylvania in the United States [..]

+ Προσθήκη

"Intercourse" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Intercourse στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "intercourse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επαφή
  • Συνουσία · ερωτική επαφή · ερωτική συνομιλία · ερωτική σχέση · ζευγάρωμα · σαρκική σχέση · σεξουαλική επαφή · σεξουαλική πράξη · συνουσία · σχέση
  • συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • έχω σεξουαλική επαφή · γαμώ · κάνω · κάνω έρωτα · κοιμάμαι · παίρνω · πηδώ · συνευρίσκομαι · συνουσιάζομαι
  • βυζομαλακία
  • αφροδισιάζω
  • Συνουσία · ερωτική επαφή · ερωτική συνομιλία · ερωτική σχέση · ζευγάρωμα · σαρκική σχέση · σεξουαλική επαφή · σεξουαλική πράξη · συνουσία · σχέση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intercourse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη