Μετάφραση του "interdict" σε Ελληνικά

Οι απαγορεύω, Έμπρακτη αναχαίτιση/μπλόκο, Απαγορεύω επίσημα, επιβάλλω απαγόρευση, αναστέλλω. είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interdict" σε Ελληνικά.

interdict verb noun γραμματική

A papal decree prohibiting the administration of the sacraments from a political entity under the power of a single person (e.g., a king or an oligarchy with similar powers). Exteme unction/Anointing of the sick are excepted. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαγορεύω

    verb

    and interdicting them through one way or another,

    και τις απαγορεύουμε με κάποιον τρόπο,

  • Έμπρακτη αναχαίτιση/μπλόκο

  • Απαγορεύω επίσημα, επιβάλλω απαγόρευση, αναστέλλω.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απαγορευω, αποτρεπω, εμποδιζω, αποκλειω
    • απαγόρευση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interdict " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "interdict" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interdict" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη