Μετάφραση του "interlink" σε Ελληνικά

Οι συνδέω, δικτυώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interlink" σε Ελληνικά.

interlink verb noun γραμματική

(intransitive) To link together. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδέω

    verb

    If just the major projects are implemented, only the economically strong regions will be interlinked.

    Mια υλοποίηση μόνο των μεγάλων έργων, σημαίνει πως συνδέονται μεταξύ τους αποκλειστικά οι ισχυροί οικονομικά χώροι.

  • δικτυώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interlink " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "interlink"

Φράσεις παρόμοιες με "interlink" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interlink" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη