Μετάφραση του "interlocking" σε Ελληνικά

Οι συνάρμοση, συναρμογή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interlocking" σε Ελληνικά.

interlocking noun adjective verb γραμματική

That interlocks. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάρμοση

    noun
  • συναρμογή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interlocking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "interlocking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Μανδάλωμα, ενδοασφάλεια
  • επαφή μανδάλωσης
  • εφαρμογή · συνάρμοση · συναρμογή · συνδέω · σφιχταγκαλιάζω · σύνδεση
  • μανδάλωση ασφαλείας
  • διάταξη μανδάλωσης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interlocking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη