Μετάφραση του "interlock" σε Ελληνικά

Οι συνδέω, συναρμογή, εφαρμογή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "interlock" σε Ελληνικά.

interlock verb noun γραμματική

A safety device that prevents activation in unsafe conditions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδέω

    verb

    He just couldn't see how all the pieces interlock, what they form.

    Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς συνδέονται όλα τα κομμάτια. Τι σχηματίζουν.

  • συναρμογή

    noun
  • εφαρμογή

    noun feminine

    These arrangements are an application of the concept of mutually reinforcing, interlocking institutions.

    Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν εφαρμογή της έννοιας περί αλληλένδετων αμοιβαίως ενισχυομένων οργανισμών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνάρμοση
    • σύνδεση
    • σφιχταγκαλιάζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interlock " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Interlock
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μανδάλωμα, ενδοασφάλεια

Φράσεις παρόμοιες με "interlock" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interlock" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη