Μετάφραση του "interlocutor" σε Ελληνικά

Το συνομιλητής είναι η μετάφραση του "interlocutor" σε Ελληνικά.

interlocutor noun γραμματική

A person who takes part in dialogue or conversation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνομιλητής

    noun masculine

    A person who takes part in dialogue or conversation [..]

    The Authority should be the concession holder's sole interlocutor on the matter of frequencies.

    Η Αρχή θα πρέπει να είναι ο μοναδικός συνομιλητής του αναδόχου για το ζήτημα των συχνοτήτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " interlocutor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "interlocutor"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "interlocutor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη