Μετάφραση του "intermediation" σε Ελληνικά

Οι διαμεσολάβηση, επέμβαση, μεσολάβηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intermediation" σε Ελληνικά.

intermediation noun γραμματική

(countable) An act of coming between; an intervention. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαμεσολάβηση

    Financial intermediation continued to grow from a still relatively low level.

    Η χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση έχει αυξηθεί από ένα σχετικά χαμηλό επίπεδο.

  • επέμβαση

    noun
  • μεσολάβηση

    noun

    The Action will be limited to countries with low banking intermediation.

    Η δράση θα περιοριστεί στις χώρες με χαμηλή τραπεζική μεσολάβηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intermediation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intermediation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intermediation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη