Μετάφραση του "intoxicate" σε Ελληνικά

Οι μεθώ, μεθάω, αναπτερώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intoxicate" σε Ελληνικά.

intoxicate adjective verb γραμματική

To stupefy by doping with chemical substances such as alcohol. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεθώ

    verb

    To stupefy by doping with chemical substances such as alcohol

  • μεθάω

    verb

    To stupefy by doping with chemical substances such as alcohol

  • αναπτερώνω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγκαρδιώνω
    • εμψυχώνω
    • ενθαρρύνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intoxicate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "intoxicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαστουρωμένος · μεθυσμένος
  • δηλητηρίαση · μέθη · μεθύσι
  • εκμαυλιστικός · μεθυστικός · σαγηνευτικός
  • δηλητηρίαση · μέθη · μεθύσι
  • εκμαυλιστικός · μεθυστικός · σαγηνευτικός
  • δηλητηρίαση · μέθη · μεθύσι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intoxicate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη