Μετάφραση του "intoxicant" σε Ελληνικά

Οι οινοπνευματώδες ποτό, αλκοόλ, μεθυστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intoxicant" σε Ελληνικά.

intoxicant adjective noun γραμματική

That which intoxicates; an intoxicating agent; as, alcohol, opium and laughing gas are intoxicants. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οινοπνευματώδες ποτό

    noun

    The Doctor gave him an anti-intoxicant.

    Ο γιατρός του έδωσε ένα αντί-οινοπνευματώδες ποτό.

  • αλκοόλ

    noun neuter

    Actually, I don't like any such intoxicant whose effect wanes with the passage of time.

    Στ'αλήθεια, δεν μου αρέσει κανένα αλκοόλ η επίδραση του οποίου εξασθενεί με το πέρασμα του χρόνου.

  • μεθυστικός

    Adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλκοολούχο υγρό
    • τοξική ουσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " intoxicant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "intoxicant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη