Μετάφραση του "Involve" σε Ελληνικά
Οι Εμπλέκω, εμπλέκω, περιλαμβάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Involve" σε Ελληνικά.
-
Εμπλέκω
Involved in violence against demonstrators.
Εμπλέκεται σε πράξεις βίας κατά διαδηλωτών.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Involve " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
To roll or fold up; to wind round; to entwine. [..]
-
εμπλέκω
verbCommand of military units involved in repression of demonstrations.
Διοίκηση στρατιωτικών μονάδων που εμπλέκονται στην καταστολή διαδηλώσεων.
-
περιλαμβάνω
verbThe process of developing therapies is costly, involving many tests before marketing approval can be given.
Η διαδικασία ανάπτυξης θεραπειών είναι δαπανηρή και περιλαμβάνει πολλές δοκιμές πριν από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας.
-
περικλείω
verbThe assumptions made by Germany could thus lead to a clear overestimation of the risks involved.
Οι παραδοχές που έγιναν από τη Γερμανία μπορεί συνεπώς να οδηγήσουν σε σαφή υπερεκτίμηση των περικλειομένων κινδύνων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνεπάγομαι
- προϋποθέτω
- χρειάζομαι
- ανακατεύω
- ενέχω
- αναμειγνύω
Φράσεις παρόμοιες με "Involve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συμμετοχή της κοινότητας
-
αναμειγνύομαι
-
μάχιμος
-
εμπλέκω · προϋποθέτω · συμπεριλαμβάνω · συνεπάγομαι
-
εμπλεκόμενο μέρος
-
ανάμειξη · ανάμιξη · δεσμός · εμπλοκή · ενδιαφέρον · περιπλοκή · συμμετοχή
-
να αναμειχθω πολυ
-
αποχή