Μετάφραση του "involved" σε Ελληνικά

Οι περίπλοκος, αναμεμειγμένος, αναμειγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "involved" σε Ελληνικά.

involved adjective verb γραμματική

Complicated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίπλοκος

    adjective masculine

    I didn't realize that the discidium potion would be so involved.

    Δεν περίμενα να είναι τόσο περίπλοκο το φίλτρο του διαχωρισμού.

  • αναμεμειγμένος

    particle

    when one's name comes up

    When we put him on trial, the defence will rip holes in our case if you're involved.

    Όταν θα τον πάμε για δίκη, η υπεράσπιση θα μας σκίσει αν είσαι και εσύ αναμεμειγμένος.

  • αναμειγμένος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναμεμειγμένη
    • αναμεμειγμένο
    • εμπλεκόμενος
    • μπλεγμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " involved " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "involved" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συμμετοχή της κοινότητας
  • αναμειγνύομαι
  • μάχιμος
  • εμπλέκω · προϋποθέτω · συμπεριλαμβάνω · συνεπάγομαι
  • εμπλεκόμενο μέρος
  • ανάμειξη · ανάμιξη · δεσμός · εμπλοκή · ενδιαφέρον · περιπλοκή · συμμετοχή
  • να αναμειχθω πολυ
  • ανακατεύω · αναμειγνύω · εμπλέκω · ενέχω · περικλείω · περιλαμβάνω · προϋποθέτω · συνεπάγομαι · χρειάζομαι
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "involved" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη