Μετάφραση του "likeable" σε Ελληνικά

Οι αρεστός, αγαπητός, ευχάριστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "likeable" σε Ελληνικά.

likeable adjective γραμματική

Alternative spelling of likable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρεστός

    Adjective

    Someone young, someone likeable.

    Κάποιος νέος, κάποιος αρεστός.

  • αγαπητός

    adjective masculine

    That is all very well, but it does not make one very likeable.

    Aυτό βέβαια είναι πολύ ωραίο, αλλά έτσι δεν γίνεται κανείς αγαπητός.

  • ευχάριστος

    adjective masculine

    The likeable little chap is now the king who's causing all the trouble.

    Ο ευχάριστος φιλαράκος είναι τώρα ο βασιλιάς που προκαλεί όλα τα προβλήματα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συμπαθής
    • συμπαθητικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " likeable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "likeable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη