Μετάφραση του "likely" σε Ελληνικά

Οι πιθανός, πιθανώς, ίσως είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "likely" σε Ελληνικά.

likely adjective noun adverb γραμματική

probable; Possessing or displaying the qualities or characteristics that make something probable [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιθανός

    adjective

    It's too likely she'll run into someone from her old life.

    Είναι πολύ πιθανό να συναντήσει κάποιον απ'την παλιά ζωή της.

  • πιθανώς

    adverb

    Should measures be repealed, it appears that unused capacities are likely to be directed to the Community.

    Αν καταργούνταν τα μέτρα, φαίνεται ότι η μη χρησιμοποιηθείσα ικανότητα θα στρεφόταν πιθανώς στην Κοινότητα.

  • ίσως

    adverb

    Yeah, he has to tell a girl he might like her.

    Ναι, πρέπει να πει σε κάποια ότι ίσως του αρέσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιθανόν
    • ενδεχομένως
    • ενδεχόμενος
    • παρομοίως
    • μάλλον
    • αληθοφανής
    • παίζει
    • πιθανό
    • πιθανότατα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " likely " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "likely" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μοιάζω με, σε · μοιάζω περισσότερο με
  • ίδιος · αγάπη · αγαπάω · αγαπημένο · αγαπώ · αρέσει · αρέσκομαι · αρέσω · γουστάρω · εκτιμώ · εν είδει · θέλω · κάνω γούστο · κάνω κέφι · καθώς · μ'αρέσει · μου αρέσει · μ’αρέσει · παραπλήσιος · προτίμηση · προτιμώ · σαν · συμπάθεια · συμπαθώ · φαίνομαι · ως · όμοιος · όπως
  • κάνω την αθώα περιστερά
  • μελικηρικός
  • τρόπος του λέγειν
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "likely" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη