Μετάφραση του "likelihood" σε Ελληνικά

Οι πιθανότητα, ενδεχόμενο, τύχη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "likelihood" σε Ελληνικά.

likelihood noun γραμματική

The probability of a specified outcome; the chance of something happening; probability; the state of being probable. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιθανότητα

    noun feminine

    probability

    However, human activity is contributing to an increase in the likelihood and adverse impacts of flood events.

    Ωστόσο, οι ανθρώπινες δραστηριότητες συμβάλλουν στην αύξηση της πιθανότητας και των αρνητικών επιπτώσεων των πλημμυρών.

  • ενδεχόμενο

    noun neuter

    probability

    Consequently, there is a likelihood of recurrence of high dumping for significant volumes.

    Συνεπώς, υπάρχει το ενδεχόμενο να εμφανιστεί εκ νέου υψηλό ντάμπινγκ σε σημαντικούς όγκους.

  • τύχη

    noun feminine

    In fact, in all likelihood, it's a one-way trip.

    Στην πραγματικότητα, με πολύ τύχη, είναι ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιθανότης
    • πιθανοφάνεια
    • αληθοφάνεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " likelihood " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "likelihood" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "likelihood" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη