Μετάφραση του "making" σε Ελληνικά
Οι κατασκευή, φτιάξιμο, παρασκευή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "making" σε Ελληνικά.
Present participle of make. [..]
-
κατασκευή
noun feminineThe laminated glass will likewise be used to make safety glass for buildings.
Ακόμη, η ύαλος από συγκολλημένα φύλλα θα προορίζεται για την κατασκευή υαλοπινάκων ασφαλείας για τα κτίρια.
-
φτιάξιμο
nounκατασκευή
At that time, of course, there existed no refrigeration equipment or ice making capability.
Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ψυκτικά μηχανήματα ούτε ικανότητα για φτιάξιμο πάγου.
-
παρασκευή
nounFeeding in the context of the production of pork intended for use in the making of ‘kiełbasa jałowcowa’
Διατροφή των χοίρων που προορίζονται για την παρασκευή του «kiełbasa jałowcowa»
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παραγωγή
- ανάδειξη
- σχηματισμός
- εμφάνιση
- δημουργία
- μερίδα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " making " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "making" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βγάζω από τη μέση · ξεφορτώνομαι · το σκάω με
-
προβλεπεται
-
διατυπώνω μια πρόταση · κάνω μια πρόταση