Μετάφραση του "Maker" σε Ελληνικά

Οι θεός, κατασκευαστής, δημιουργός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Maker" σε Ελληνικά.

Maker noun

terms referring to the Judeo-Christian God

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεός

    noun masculine

    Gentlemen, prepare to meet your various makers, there.

    Κύριοι, για αρχίστε να προσεύχεστε στον Θεό σας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Maker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

maker noun γραμματική

Someone who makes; a person or thing that makes or produces something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατασκευαστής

    noun masculine

    one who makes

    Okay, I am searching for the signature of a bomb maker.

    ΟΚ, ψάχνω για την υπογραφή ενός κατασκευαστή βομβών.

  • δημιουργός

    noun masculine masculine, feminine

    one who makes

    A rich old cove meets a girl, an accident, and his maker in quick succession.

    Μια πλούσια παλιά όρμο συναντά ένα κορίτσι, ένα ατύχημα, και δημιουργός του σε γρήγορη διαδοχή.

  • ποιητής

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εκδότης επιταγής
    • πρωτουργός
    • βιομήχανος

Φράσεις παρόμοιες με "Maker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αρτοπαρασκευαστής · φούρναρης
  • ταραξίας · ταραχοποιός
  • διαμορφωτές τής κοινής γνώμης
  • παραθεριστής
  • διαχειριστής · διευθυντής · διοικητής
  • μηχανή πάγου
  • δεσπόζουσα φυσιογνωμία · διαμορφωτής εξελίξεων · ειδοποιός διαφορά · ορόσημο αλλαγής
  • κατασκευαστής βόμβας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Maker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη