Μετάφραση του "makeup" σε Ελληνικά

Οι μακιγιάζ, μέικαπ, σύνθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makeup" σε Ελληνικά.

makeup noun γραμματική

(uncountable) An item's composition. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακιγιάζ

    noun neuter

    The other girls are already into fashion and makeup and dating.

    Τα άλλα κορίτσια ασχολούνται με μόδα, μακιγιάζ και αγόρια.

  • μέικαπ

    Colored products intended to alter the user's appearance.

    I'm returning the makeup book and the makeup.

    Επιστρέφω το βιβλίο του μέικαπ και το μέικαπ.

  • σύνθεση

    noun feminine

    Some irregularity in our genetic makeup or in the environment had caused this defect.

    Κάποια ανωμαλία στη γενετική μας σύνθεση ή στο περιβάλλον είχε προξενήσει το μειονέκτημα αυτό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κράση
    • καλλυντικά
    • κατασκευή
    • μακιγιάρισμα
    • συμφιλίωση
    • δομή
    • χρώμα
    • μεικ-απ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " makeup " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "makeup"

Φράσεις παρόμοιες με "makeup" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "makeup" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη