Μετάφραση του "makeshift" σε Ελληνικά
Οι αυτοσχέδιος, μπάλωμα, πρόχειρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "makeshift" σε Ελληνικά.
makeshift
adjective
noun
γραμματική
A temporary, usually insubstantial, substitution for something else. [..]
-
αυτοσχέδιος
-
μπάλωμα
noun -
πρόχειρος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " makeshift " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη