Μετάφραση του "offend" σε Ελληνικά
Οι προσβάλλω, υβρίζω, θίγω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offend" σε Ελληνικά.
offend
verb
γραμματική
(transitive) To hurt the feelings of; to displease; to make angry; to insult. [..]
-
προσβάλλω
verbSuffice it to say that he must have offended someone a tad.
Αρκεί να πω πως πρόσβαλε κάποιον πάρα πολύ.
-
υβρίζω
verb -
θίγω
I mean, nobody was ever really offended by it
Εννοώ, ποτέ κανείς δεν πρέπει πραγματικά να θιγεί απο αυτό
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- παραβιάζω
- παραβαίνω
- αμαρτάνω
- πληγώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " offend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "offend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λίστα σεσημασμένων βιαστών
-
σεσημασμένος βιαστής · σεσημασμένος δράστης σεξουαλικών εγκλημάτων
-
εκπαίδευση υπό επιτήρηση
-
προσβάλλω
-
βιαστής · δράστης σεξουαλικού αδικήματος · δράστης σεξουαλικού εγκλήματος
-
ένοχος · δράστης · εγκληματίας · κακοποιός · παραβάτης
-
προσβεβλημένος
-
ευέξαπτος · εύθικτος · μη μου άπτου · μονόχνοτος · μυγιάγγιχτος · υπερευαίσθητος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη