Μετάφραση του "offender" σε Ελληνικά

Οι παραβάτης, ένοχος, κακοποιός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offender" σε Ελληνικά.

offender noun γραμματική

One who gives or causes offense. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραβάτης

    noun masculine

    Now, this small zone indicates that's he's a geographically stable offender.

    Αυτή η μικρή ζώνη υποδεικνύει ότι είναι ένας γεωγραφικά σταθερός παραβάτης.

  • ένοχος

    adjective noun

    Other than abandoned cars, what makes them think it's the same offender?

    Εκτός από τα αμάξια, τι τους κάνει να νομίζουν ότι είναι ο ίδιος ένοχος;

  • κακοποιός

    noun

    I'm a psychiatrist also, working with juvenile offenders.

    Είμαι κι εγώ ψυχίατρος και ασχολούμαι με ανήλικους κακοποιούς.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δράστης
    • εγκληματίας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offender " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "offender" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λίστα σεσημασμένων βιαστών
  • σεσημασμένος βιαστής · σεσημασμένος δράστης σεξουαλικών εγκλημάτων
  • εκπαίδευση υπό επιτήρηση
  • προσβάλλω
  • βιαστής · δράστης σεξουαλικού αδικήματος · δράστης σεξουαλικού εγκλήματος
  • προσβεβλημένος
  • ευέξαπτος · εύθικτος · μη μου άπτου · μονόχνοτος · μυγιάγγιχτος · υπερευαίσθητος
  • παραβάτης για πρώτη φορά
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offender" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη