Μετάφραση του "offended" σε Ελληνικά
Το προσβεβλημένος είναι η μετάφραση του "offended" σε Ελληνικά.
offended
adjective
verb
Simple past tense and past participle of offend. [..]
-
προσβεβλημένος
Pablo is very offended because they are harassing his family.
Ο Πάμπλο νιώθει προσβεβλημένος γιατί παρενοχλούν την οικογένειά του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " offended " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "offended" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λίστα σεσημασμένων βιαστών
-
σεσημασμένος βιαστής · σεσημασμένος δράστης σεξουαλικών εγκλημάτων
-
εκπαίδευση υπό επιτήρηση
-
προσβάλλω
-
βιαστής · δράστης σεξουαλικού αδικήματος · δράστης σεξουαλικού εγκλήματος
-
ένοχος · δράστης · εγκληματίας · κακοποιός · παραβάτης
-
ευέξαπτος · εύθικτος · μη μου άπτου · μονόχνοτος · μυγιάγγιχτος · υπερευαίσθητος
-
παραβάτης για πρώτη φορά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη