Μετάφραση του "offense" σε Ελληνικά

Οι επίθεση, αδίκημα, προσβολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offense" σε Ελληνικά.

offense noun γραμματική

The act of offending; a crime or sin; an affront or injury. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίθεση

    noun feminine

    portion of a team dedicated to scoring [..]

    At last the great offensive is under way, an offensive this time in force.

    Επιτέλους η μεγάλη επίθεση είναι σε εξέλιξη, μια επίθεση αυτή τη φορά σε ισχύ.

  • αδίκημα

    noun neuter

    act of offending against the law [..]

    I think you'll find I was never charged with that offense.

    Νομίζω θα βρείτε ότι ποτέ δεν χρεώθηκα με το εν λόγω αδίκημα.

  • προσβολή

    noun feminine

    act of offending against manners [..]

    The murder of the governor of the southlands is clearly an offense.

    Η δολοφονία του κυβερνήτη των νότιων χωρών είναι προσβολή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θυμός
    • παράπτωμα
    • έγκλημα
    • παρανομία
    • θίξιμο
    • παράβαση
    • κακοφανισμός
    • απρέπεια
    • αγένεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offense " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "offense" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • έγκλημα
  • αγένεια · απρέπεια · θίξιμο
  • με το συμπάθειο · με το συμπάθιο · χωρίς παρεξήγηση
  • αγώνας · δυσάρεστος · ενοχλητικός · επιθετική ενέργεια · επιθετική πράξη · επιθετικός · μειωτικός · προσβλητικός · προσβολή · υβριστικός · φαρμακόγλωσσα
  • περνώ στην επίθεση
  • παρεξηγώ
  • πειθαρχικό παράπτωμα
  • αντεπίθεση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offense" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη