Μετάφραση του "phenomenon" σε Ελληνικά
Οι φαινόμενο, θαύμα, Φαινόμενο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "phenomenon" σε Ελληνικά.
phenomenon
noun
γραμματική
An observable fact or occurrence or a kind of observable fact or occurrence. [..]
-
φαινόμενο
noun neuterphilosophy: experienced object structured by the mind [..]
We have found one such phenomenon on the planet.
Βρήκαμε ένα τέτοιο φαινόμενο στην επιφάνεια του πλανήτη.
-
θαύμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " phenomenon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Phenomenon
Phenomenon (film)
-
Φαινόμενο
We have found one such phenomenon on the planet.
Βρήκαμε ένα τέτοιο φαινόμενο στην επιφάνεια του πλανήτη.
Φράσεις παρόμοιες με "phenomenon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ηλεκτρικό φαινόμενο
-
μηχανικό φαινόμενο
-
χημικό φαινόμενο
-
κοινωνικό φαινόμενο
-
μετεωρολογικά φαινόμενα · μετεωρολογικό φαινόμενο
-
οπτικό φαινόμενο
-
οργανικό φαινόμενο
-
Παροδικά σεληνιακά φαινόμενα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη