Μετάφραση του "practised" σε Ελληνικά

Οι έμπειρος, πεπειραμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "practised" σε Ελληνικά.

practised adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of practise. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έμπειρος

    adjective masculine

    A practised felon, a professional cut-throat takes care of the tools of his trade.

    Ένας έμπειρος επαγγελματίας φροντίζει πολύ καλά τα εργαλεία που χρησιμοποιεί.

  • πεπειραμένος

    Well, I heard you got some practise.

    Και εγώ άκουσα, απέκτησες κάποια πείρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " practised " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "practised" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ενεργός · θρησκευόμενος
  • άσκηση · ακολουθώ · ασκούμαι · ασκώ · εξάσκηση · εξασκούμαι · εξασκώ · εφαρμόζω · κάνω · κάνω εξάσκηση · κάνω πρόβα · μελετώ · πείρα · προπονούμαι · συνήθεια
  • ενεργός · θρησκευόμενος
  • ενεργός · θρησκευόμενος
  • άσκηση · ακολουθώ · ασκούμαι · ασκώ · εξάσκηση · εξασκούμαι · εξασκώ · εφαρμόζω · κάνω · κάνω εξάσκηση · κάνω πρόβα · μελετώ · πείρα · προπονούμαι · συνήθεια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "practised" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη