Μετάφραση του "practise" σε Ελληνικά

Οι εφαρμόζω, εξασκώ, άσκηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "practise" σε Ελληνικά.

practise verb noun γραμματική

(transitive, UK, Canada) To repeat as a way of improving one's skill in that activity. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφαρμόζω

    verb

    Also, product obtained from oil refinery production as practised by sulphur manufacturers.

    Επίσης, προϊόν το οποίο λαμβάνεται από την παραγωγή των διυλιστηρίων πετρελαίου με τεχνικές που εφαρμόζουν οι παραγωγοί θείου.

  • εξασκώ

    I've plenty of vices, but I hardly practise them.

    Έχω πολλά βίτσια, αλλά σχεδόν δεν τα εξασκώ.

  • άσκηση

    noun feminine

    That knowledge was sufficient to practise general medicine up to 1 January 1995.

    Οι γνώσεις αυτές ήταν επαρκείς για την άσκηση της γενικής ιατρικής έως την 1η Ιανουαρίου 1995.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξάσκηση
    • συνήθεια
    • πείρα
    • ασκώ
    • κάνω
    • εξασκούμαι
    • ακολουθώ
    • προπονούμαι
    • μελετώ
    • ασκούμαι
    • κάνω εξάσκηση
    • κάνω πρόβα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " practise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "practise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ενεργός · θρησκευόμενος
  • έμπειρος · πεπειραμένος
  • ενεργός · θρησκευόμενος
  • ενεργός · θρησκευόμενος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "practise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη