Μετάφραση του "practising" σε Ελληνικά
Οι ενεργός, θρησκευόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "practising" σε Ελληνικά.
practising
noun
verb
γραμματική
Present participle of practise. [..]
-
ενεργός
-
θρησκευόμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " practising " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "practising" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άσκηση · ακολουθώ · ασκούμαι · ασκώ · εξάσκηση · εξασκούμαι · εξασκώ · εφαρμόζω · κάνω · κάνω εξάσκηση · κάνω πρόβα · μελετώ · πείρα · προπονούμαι · συνήθεια
-
έμπειρος · πεπειραμένος
-
άσκηση · ακολουθώ · ασκούμαι · ασκώ · εξάσκηση · εξασκούμαι · εξασκώ · εφαρμόζω · κάνω · κάνω εξάσκηση · κάνω πρόβα · μελετώ · πείρα · προπονούμαι · συνήθεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη