Μετάφραση του "prevailing" σε Ελληνικά

Το επικρατών είναι η μετάφραση του "prevailing" σε Ελληνικά.

prevailing adjective verb γραμματική

Predominant; of greatest force. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικρατών

    adjective

    The prevailing wind is to the south.

    Ο επικρατών άνεμος είναι προς το νότο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prevailing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "prevailing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πρυτανεύει η λογική
  • · διαρκώ · επικρατώ · κυβερνώ · κυριαρχώ · προεξάρχω [+Γεν.] · πρυτανεύω · υπερισχύω · υπερτερώ
  • κοινό αίσθημα
  • πρυτανεύει η λογική
  • vogue
  • · διαρκώ · επικρατώ · κυβερνώ · κυριαρχώ · προεξάρχω [+Γεν.] · πρυτανεύω · υπερισχύω · υπερτερώ
  • · διαρκώ · επικρατώ · κυβερνώ · κυριαρχώ · προεξάρχω [+Γεν.] · πρυτανεύω · υπερισχύω · υπερτερώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prevailing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη