Μετάφραση του "proclivity" σε Ελληνικά
Οι τάση, κλίση, A negative predisposition towards something είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "proclivity" σε Ελληνικά.
proclivity
noun
γραμματική
A predisposition or natural inclination, propensity, or a predilection; especially refers to a strong disposition or bent. [..]
-
τάση
nounI have the wrong parts and the wrong proclivity for parts.
Έχω τα λάθος μέρη και λάθος τάση για τα μέρη.
-
κλίση
nounMy mother has what you might call a, uh, proclivity for younger men.
Η μητέρα μου έχει, αυτό που θα έλεγες, κλίση προς τους νεότερους άντρες.
-
A negative predisposition towards something
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Προδιαθεση (μαλλον αρνητικη κυριως) εφεση (αλλα μπορει και θετικη)
- Ταση
- ροπή
- ορμέμφυτο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " proclivity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη