Μετάφραση του "refutable" σε Ελληνικά
Το αναιρέσιμος είναι η μετάφραση του "refutable" σε Ελληνικά.
refutable
adjective
γραμματική
Able to be refuted, or shown to be false. [..]
-
αναιρέσιμος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " refutable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "refutable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναίρεση · ανασκευή · απάντηση · διάψευση
-
Disprove · αναιρώ · ανασκευάζω · ανατρέπω · αντικρούω · αρνούμαι · διαψεύδω
-
διαψευσθείς
-
ανηρημένος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη