Μετάφραση του "refutation" σε Ελληνικά

Οι αναίρεση, ανασκευή, διάψευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "refutation" σε Ελληνικά.

refutation noun γραμματική

An act of refuting or disproving; the overthrowing of an argument, opinion, testimony, doctrine or theory by argument or countervailing proof; confutation; disproof; evidence of falseness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναίρεση

    noun feminine

    an act of refuting

  • ανασκευή

    noun feminine

    an act of refuting

    In its reply, Spain makes very little attempt to meet the convincing refutation of its contentions.

    Με το υπόμνημα της απαντήσεως, η Ισπανία ελάχιστα επιχειρεί να επιτύχει την πειστική ανασκευή των ισχυρισμών της Επιτροπής.

  • διάψευση

    noun

    I therefore await precise information and if necessary the refuting of baseless claims.

    Αναμένω λοιπόν λεπτομερή ενημέρωση και, αν κρίνεται σκόπιμο, τη διάψευση αβάσιμων ισχυρισμών.

  • απάντηση

    noun feminine

    However, in the judgment in Moser, which relates to a similar case, the Court refuted that reasoning as follows:

    Στο πρόβλημα αυτό έχει δοθεί η ακόλουθη απάντηση στην απόφαση Moser, η οποία αφορά μια πολύ όμοια υπόθεση:

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " refutation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "refutation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Disprove · αναιρώ · ανασκευάζω · ανατρέπω · αντικρούω · αρνούμαι · διαψεύδω
  • αναιρέσιμος
  • διαψευσθείς
  • ανηρημένος
  • αναιρέσιμος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "refutation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη