Μετάφραση του "restrained" σε Ελληνικά
Οι asdadsdsa, συγκρατημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restrained" σε Ελληνικά.
restrained
adjective
verb
Held back, limited, kept in check or under control. [..]
-
asdadsdsa
-
συγκρατημένος
In fact, I think he's rather restrained, under the circumstances.
Θα έλεγα ότι είναι και συγκρατημένος, υπό τις περιστάσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " restrained " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Restrained
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"Restrained" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Restrained στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "restrained" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απαγόρευση προσέγγισης · περιοριστικά μέτρα
-
αυτοσυγκρατούμαι
-
αναχαιτίζω · εκφοβίζω · θέτω φραγμό, -ούς · καταστέλλω · κρατώ · οριοθετώ · περιορίζω · συγκρατώ · τρομοκρατώ
-
αναχαιτίζω · εκφοβίζω · θέτω φραγμό, -ούς · καταστέλλω · κρατώ · οριοθετώ · περιορίζω · συγκρατώ · τρομοκρατώ
-
αναχαιτίζω · εκφοβίζω · θέτω φραγμό, -ούς · καταστέλλω · κρατώ · οριοθετώ · περιορίζω · συγκρατώ · τρομοκρατώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη