Μετάφραση του "restrict" σε Ελληνικά

Οι περιορίζω, απαγορεύω, περιστέλλω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restrict" σε Ελληνικά.

restrict adjective verb γραμματική

To restrain within bounds; to limit; to confine; as, to restrict worlds to a particular meaning; to restrict a patient to a certain diet. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορίζω

    verb

    The scope of the proposed directive seems too restricted.

    Η εμβέλεια της πρότασης οδηγίας κρίνεται ως υπερβολικά περιορισμένη.

  • απαγορεύω

    verb
  • περιστέλλω

    The agreement would thus be exemptable even if it were considered to be restrictive of competition.

    Επομένως, η συμφωνία μπορεί να θεωρηθεί απαλλάξιμη ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι περιστέλλει τον ανταγωνισμό.

  • οριοθετώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " restrict " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Restrict
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Περιορίζω

    Write access to electronic signatures and certificates shall be restricted to the national competent authorities.

    Η πρόσβαση γραφής σε ηλεκτρονικές υπογραφές και πιστοποιητικά περιορίζεται στις εθνικές αρμόδιες αρχές.

Φράσεις παρόμοιες με "restrict" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "restrict" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη