Μετάφραση του "smallholder" σε Ελληνικά
Οι μικροκαλλιεργητής, μικροϊδιοκτήτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "smallholder" σε Ελληνικά.
smallholder
noun
γραμματική
(UK) A person who owns or runs a smallholding [..]
-
μικροκαλλιεργητής
masculinea person who owns or runs a smallholding
-
μικροϊδιοκτήτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " smallholder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "smallholder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μικρή γεωργική εκμετάλλευση · μικροκαλλιέργεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη